ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΕΣΜΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΙΛΥΣΕΙ Η ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ;

 




    Eπ’ αφορμή της αναταραχής που τον τελευταίο καιρό έχει ξεσπάσει, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχετικά με το ακανθώδες και πολύ «ταλαιπωρημένο» ζήτημα της συνεπιμέλειας, αποφάσισα να γράψω μερικές σκέψεις μου γύρω από το θέμα αυτό, ορμώμενη από την εμπειρία μου ως δικηγόρος στις εν γένει οικογενειακές διαφορές.

Είναι γεγονός ότι κοινωνικές πιέσεις από διάφορες οργανώσεις, αλλά και η αλλαγή της δομής της οικογενείας τις τελευταίες δεκαετίες, οδήγησαν στην πρωτοβουλία νομοθέτησης ενός πλαισίου που να ανταποκρίνεται στις νεότερες κοινωνικές συνθήκες και παράλληλα να κατοχυρώνονται τα συνταγματικά δικαιώματα των γονιών και των παιδιών, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον των παιδιών.

Μέσα σε όλο αυτόν τον ορυμαγδό μεταξύ άλλων ακούγονται και πολλές ανακρίβειες, χωρίς όμως να προτείνεται μια σοβαρή και αποτελεσματική λύση ως προς την ανάθεση της επιμέλειας.

Είναι απαραίτητο να αναφερθεί ότι, κατά την γνώμη μου, το νομικό μας σύστημα είναι αρκούντος εξοπλισμένο με διατάξεις πλην όμως, αναλόγως την περίπτωση, δεν εφαρμόζεται και δεν αξιοποιείται πάντοτε όπως πρέπει. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην δόση της επιμελείας στον ένα γονέα και ο αποκλεισμός του ετέρου γονέα από αυτήν, με απλό δικαίωμα του τελευταίου να επικοινωνεί με το τέκνο του σε ώρες που, εφόσον δεν υπάρχει συνεννόηση, ορίζονται από το Δικαστήριο. Για τον λόγο αυτόν οι γονείς που δεν έχουν τον ουσιαστικό χρόνο που θα ήθελαν με τα τέκνα τους διεκδικούν την συνεπιμέλεια, τον ίσο δηλαδή επιμερισμό του χρόνου που κάποιος γονέας είναι με τα τέκνα του, με τα αυτά καθήκοντα φροντίδας.  

Η έννοια της συνεπιμέλειας δεν είναι κάτι καινούριο και πρωτάκουστο, διότι εδώ και πολλά χρόνια απαντά ως θεσμός, αφού το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο δεν απαγορεύει ρητά την από κοινού άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων. Σε μία οικογένεια που δεν υφίσταται χωρισμός των γονέων, εκείνοι ασκούν από κοινού την επιμέλεια των τέκνων, την συνεπιμέλεια δηλαδή. Έχουν ήδη εκδοθεί λίγες βέβαια αναλογικά αποφάσεις, είτε στο πλαίσιο συναινετικού διαζυγίου, είτε και σε συμφωνία που προέκυψε στην κατ’ αντιδικίαν διαδικασία, με τις οποίες ορίστηκε ότι, μετά την διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως, η επιμέλεια θα ασκείται και από τους δυο γονείς. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όμως οι σύζυγοι, ακόμη και στο πλαίσιο της συναινετικής διαδικασίας δεν επιλέγουν την συνεπιμέλεια, αλλά αποφασίζουν να δίδεται η επιμέλεια -συνήθως- στην μητέρα και να ρυθμίζεται η επικοινωνία με τον άλλον γονέα. Είναι λοιπόν, παράδοξο κατά την γνώμη μου να έχει δημιουργηθεί τόση πολλή ένταση γύρω από τον θεσμό της συνεπιμέλειας, αφού τίποτε δεν εμπόδιζε τα μέρη τόσο καιρό να την επιλέγουν σαν πιο σύγχρονη μορφή άσκησης της επιμέλειας.

Είναι δύσκολο όμως για πρόσωπα που επέλεξαν να αλλάξουν ζωή και συνήθως έχουν και προσωπικές διαφορές μεταξύ τους να είναι αναγκασμένα σε καθημερινό επίπεδο να συνεννοούνται και να συνεργάζονται, εντείνοντας έτι περισσότερο ένα πολύ τεταμένο κλίμα μεταξύ τους. Εκτός αυτού όμως, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που καθιστούν αδύνατη την «αυτοδίκαιη» και αναγκαστική εφαρμογή του θεσμού της συνεπιμέλειας, όπως τουλάχιστον φαίνεται να την διεκδικούν οι θιασώτες της άποψης αυτής. Δεν είναι δυνατόν φερ’ ειπείν ένας κακοποιητικός σύζυγος και γονιός αυτοδικαίως και εκ του νόμου να απολαμβάνει του δικαιώματος της άσκησης της συνεπιμέλειας με τον άλλο γονιό, αναγκάζοντας τον να έρχεται διαρκώς σε επαφή μαζί του και να λογοδοτεί μάλιστα σε αυτόν για τα θέματα που αφορούν την φροντίδα του τέκνου τους, την στιγμή που εκείνος έχει μόνον βλαπτική διάθεση προς το τέκνο του, παρά πρόθεση σοβαρής ενασχόλησης μαζί του για την ουσιαστική αντιμετώπιση των αναγκών του. Πλείστες επιστημονικές μελέτες έχουν αποφανθεί ότι, σε περιπτώσεις που ο γονιός είναι κακοποιητικός για το τέκνο, το συμφέρον αυτού επιβάλλει την πλήρη και ολοσχερή απομάκρυνση του από αυτόν.

Επιπλέον, πώς είναι δυνατόν να ασκηθεί εκ των πραγμάτων η συνεπιμέλεια όταν φερ’ειπείν οι εν διαστάσει διαζευχθέντες σύζυγοι δεν κατοικούν στην ίδια πόλη, στην ίδια χώρα ή εν πάσει περιπτώσει τους χωρίζει πολύ μεγάλη απόσταση; Πώς θα είναι δυνατόν το παιδί να αλλάζει σχολείο, δραστηριότητες, φροντιστήρια, κοινωνικές συναναστροφές ανάλογα με την κατοικία των γονέων τους;

Επανατονίζω το γεγονός ότι επί σειρά ετών στην πλειοψηφία των υποθέσεων οι σύζυγοι παραχωρούσαν από μόνοι τους την επιμέλεια στην μητέρα, θεωρώντας της πιο κατάλληλη και επιδέξια για την ανατροφή των τέκνων. Τα τελευταία χρόνια όμως σε κατ’αντιδικίαν διαζύγια και διεκδίκηση των τέκνων η νομολογία αρχίζει να αλλάζει, καθώς δεν είναι λίγες και οι αποφάσεις που το Δικαστήριο επιλέγει ως πλέον κατάλληλο τον πατέρα για την άσκηση της επιμέλειας, διότι λόγω της «εξισώσεως» των ρόλων των γονέων οι γονείς ασχέτως φύλου προσφέρουν κατά την αναλογία τους ακριβώς τις ίδιες υπηρεσίες σε ένα τέκνο. Τις περασμένες δεκαετίες θα φάνταζε αδύνατον για έναν άνδρα να αναλάβει την καθημερινή φροντίδα του τέκνου που συνίσταται στις καθημερινές δουλειές του σπιτιού (πλύσιμο, μαγείρεμα, εποπτεία της εξέλιξης του τέκνου κτλ). Όμως, δεδομένης της ρήξεως τέτοιου είδους «στεγανών» στην σύγχρονη οικογένεια, πλέον, ειδικά οι πατέρες, μπορούν και προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες με την μητέρα, οπότε καλώς τα Δικαστήρια επεδίκασαν αποκλειστική επιμέλεια σε πατέρες, ιδίως εάν τα τέκνα επαραμελούντο από τις μητέρες τους.

Συνεπώς θεωρώ ότι αυτό που χρειάζεται, εκτός από το επίπεδο συνεννοήσεως των εν διαστάσει ή διαζευγμένων γονέων, είναι ο συντονισμός των Δικαστών με τα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα, αφού επανατονίζω ότι το υπάρχον νομικό πλαίσιο δεν αποκλείει την αποκλειστική ανάθεση της επιμέλειας στον πατέρα και δεν απαγορεύει την συνεπιμέλεια. Ο Αστικός Κωδικας όπως υπάρχει και ισχύει μέχρι σήμερα δεν επιτρέπει την ανισότητα των φύλων, ενώ η πρόχειρη και βεβιασμένη καθιέρωση ενός νέου θεσμού ως «μαγικής λύσης» δεν θα αμβλύνει τις όποιες ανισότητες, αλλά ίσως δημιουργήσει περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα, αφού θα αναγκάσει ανθρώπους, οι οποίοι είναι συχνά εχθρικά διακείμενοι και αρνούνται να «συνεργαστούν» σε καθημερινό επίπεδο για την ανατροφή των τέκνων τους, εκτονώνοντας με αυτήν την πρόφαση όλον τον θυμό τους και τα προσωπικά τους απωθημένα.

Κατά την γνώμη μου είναι αυταπάτη ότι η βεβιασμένη θέσπιση μιας ειδικής νομοθετικής ρύθμισης θα μεταβάλει ως διά μαγείας και την συμπεριφορά των γονέων, οι οποίοι θα πρέπει να ασκούν ήρεμα την συνεπιμέλεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση. Είναι μεγάλος ο κίνδυνος με την άκριτη, εκ των πραγμάτων (de facto), θέσπιση της συνεπιμελείας να ανοίξει ο δρόμος για «ατελείωτες» δίκες προς επίλυση επιμέρους ζητημάτων από το Δικαστήριο που αφορούν την επιμέλεια, για τα οποία οι γονείς στο πλαίσιο της συνεπιμέλειας αδυνατούν να συμφωνήσουν. Η «εξαναγκαστική» επικοινωνία και η συνεργασία των γονέων θα γίνει πεδίο μαχών παρά συνεννόησης και αγαστής συνεργασίας για το συμφέρον των τέκνων τους, εφόσον οι ίδιοι οι γονείς δεν διαπνέονται από πνεύμα συνεργασίας για το καλό των τέκνων τους.

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι ο προτεινόμενος θεσμός της συνεπιμέλειας στοχεύει στην ικανοποίηση κάποιων θιγομένων γονέων, οι οποίοι επιδιώκουν να έχουν περισσότερη ουσιαστική επαφή με τα τέκνα τους, ειδικά σε περιπτώσεις που αυτά χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης από την άλλη πλευρά. Πολλοί πατέρες θεωρούνται και είναι ενδεχομένως θιγμένοι από τις αποφάσεις των Δικαστηρίων και θεωρούν ότι η συνεπιμέλεια θα τερματίσει το σύνδρομο της γονεϊκής αποξένωσης, όπως λέγεται. Παρόλα αυτά όμως η νομολογία ρητά δέχεται ότι ο γονέας που ασκεί καταχρηστικά τα δικαιώματα της επιμέλειας και αποκλείει τον άλλο γονέα από το ουσιώδες δικαίωμα να είναι γονέας, δύναται να εκπέσει από αυτήν, αν συστηματικά παραβιάζει το δικαίωμα επικοινωνίας. Μάλιστα, πολλές φορές έχει αφαιρεθεί η επιμέλεια όταν η μητέρα την ασκεί καταχρηστικά.

 Επομένως, ο πρώτος και αποφασιστικός παράγων που θα μπορούσε να εξομαλύνει τρόπον τινά και να επιλύσει τις όποιες διαφορές ανακύπτουν είναι η προσπάθεια συνεννόησης των γονέων, ώστε να αποφεύγονται έριδες και εν γένει προβλήματα. Εξ αντιδιαστολής, εάν υφίσταται διάσταση απόψεων μεταξύ των γονέων, όποιο νομοθετικό καθεστώς και να ίσχυε, πάντοτε θα ανέκυπταν σοβαρά προβλήματα που και πάλι θα οδηγούνταν σε δικαστική κρίση, με αποτέλεσμα έναν φαύλο κύκλο ψυχοφθόρου και επιβλαβούς για τα τέκνα αντιδικίας. Εάν οι γονείς δεν «αποσκοτιστούν» από τις παρωπίδες των προσωπικών εγωϊσμών τα προβλήματα δεν εξαλείφονται, αλλά γιγαντώνονται. Ο δεύτερος παράγων είναι η ορθή δικαστική κρίση, που είναι εκ των «ων ουκ άνευ» για την επί της ουσίας δίκαιη κρίση, που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη ενός τέκνου, αναλόγως φυσικά της περιπτώσεως. Εάν δεν υπάρξουν τα ορθά αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη της ανάγκης συνεπιμελείας ή το Δικαστήριο, λόγω ανθρωπίνου σφάλματος, πλάνης κτλ δεν εκτιμήσει ορθά την διαφορά τότε και πάλι τα αποτελέσματα ωσαύτως δεν είναι τα αναμενόμενα. Προσωπικά είμαι πεπεισμένη ότι, εάν η συνεπιμέλεια προωθηθεί εσπευσμένα, και όχι με παιδοκεντρικά κριτήρια, όπως είναι το πρέπον, θα έχει ίσως αντίθετα αποτελέσματα, αφού τελικά θα επικρατήσει ανισορροπία στην καθημερινότητα του τέκνου που φυσικά θα διαταράξει τον ψυχισμό του και την εξέλιξή του. Φρονώ πως δεν θα πρέπει να προωθηθεί μία σοβαρή αλλαγή του οικογενειακού μας δικαίου προκειμένου να ικανοποιηθεί ο πληγωμένος εγωισμός του γονέα που δεν θέλει να θεωρείται ο ηττημένος σε μια δικαστική διαμάχη και θα πρέπει, εκτός από τα επιστημονικά δεδομένα σε άλλες χώρες σχετικά με την απόδοση του θεσμού, να ληφθούν υπ'όψιν όλες οι αναγκαίες παράμετροι εξασφάλισης των καλυτέρων και προσφορότερων τρόπων επίλυσης οικογενειακών διαφορών.

Προς την κατεύθυνση αυτή το σημαντικότερο όλων είναι επιτέλους η θέσπιση του αμιγώς οικογενειακού Δικαστηρίου για εκδικάσεις υποθέσεων οικογενειακού δικαίου, το οποίο θα λαμβάνει αποφάσεις συνεπικουρούμενο πάντα από εξειδικευμένους ψυχολόγους, παιδοψυχολόγους και συναφείς επιστήμονες, ώστε να οδηγείται στην πλέον αρμόζουσα κατά περίπτωση απόφαση, διότι και οι Δικαστές δεν είναι ψυχολόγοι, ωστόσο καλούνται να αποφασίσουν επί μίας διαφοράς που πολλές φορές έχει ψυχολογικές προεκτάσεις και έχει ανάγκη ειδικών γνώσεων ώστε να μην δημιουργηθούν έκτροπα. Ναι μεν υπάρχει το «εργαλείο» της προσωπικής επικοινωνίας του Δικαστηρίου με το τέκνο στην εκδίκαση οικογενειακών διαφορών, πλην όμως και πάλι το Δικαστήριο δεν είναι εξοπλισμένο με ειδικές γνώσεις παιδοψυχολογίας, ώστε να μπορέσει πολλές φορές να αποκρυσταλλώσει άποψη για το θέμα της επιμελείας.

Συνεπώς, πρέπει να σκεπτόμαστε με μεγάλη προσοχή για να μην φθάσουμε να «εργαλειοποιούμε» το οικογενειακό δίκαιο στο βωμό διαφορών ιδεολογιών, όπως φεμινισμός, έμφυλος ρατσισμός κτλ, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα το συμφέρον των τέκνων για την προβολή του εγωκεντρισμού του κάθε γονιού. Άλλωστε, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και ειδικά στο οικογενειακό δίκαιο δεν χωρούν γενικεύσεις, αφού δέον όπως ο φυσικός Δικαστής συνεκτιμήσει διάφορες περιπτωσιολογικές παραμέτρους όπως  η ηλικία τέκνου, οι ανάγκες του, το φύλο του, η προτίμηση του τέκνου,  το επάγγελμα γονιού κ.λ.π.

Πρέπει πολύ προσεκτικά να προσεγγίζουμε τέτοιου είδους ζητήματα, που έχουν «επενέργεια» σε παιδικές ψυχές και μπορούν να αφήσουν ανεξίτηλα τα σημάδια τους.




ΝΙΚΗ ΡΟΔΙΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.